σπληνιάζω
•
- σπάνιοπάσχω από πάθηση που αφορά τη σπλήνα Βικιλεξικό
- σπάνιοείμαι καχεκτικός ή υποχόνδριος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπληνιάζω < αρχαία ελληνική σπληνιάω + -άζω < σπλήν
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπληνιάζω | σπληνιάζεις | σπληνιάζει | σπληνιάζουμε | σπληνιάζετε | σπληνιάζουν / σπληνιάζουνε |
| Παρατατικός | σπλήνιαζα | σπλήνιαζες | σπλήνιαζε | σπληνιάζαμε | σπληνιάζατε | σπλήνιαζαν / σπληνιάζαν / σπληνιάζανε |
| Αόριστος | σπλήνιασα | σπλήνιασες | σπλήνιασε | σπληνιάσαμε | σπληνιάσατε | σπλήνιασαν / σπληνιάσαν / σπληνιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σπληνιάζω / θα σπληνιάσω | θα σπληνιάζεις / θα σπληνιάσεις | θα σπληνιάζει / θα σπληνιάσει | θα σπληνιάζουμε / θα σπληνιάσουμε | θα σπληνιάζετε / θα σπληνιάσετε | θα σπληνιάζουν / θα σπληνιάζουνε / θα σπληνιάσουν / θα σπληνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπληνιάσει | έχεις σπληνιάσει | έχει σπληνιάσει | έχουμε σπληνιάσει | έχετε σπληνιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπληνιάσει | είχες σπληνιάσει | είχε σπληνιάσει | είχαμε σπληνιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπληνιάσει / να σπληνιάζω / να σπληνιάσω | να έχεις σπληνιάσει / να σπληνιάζεις / να σπληνιάσεις | να έχει σπληνιάσει / να σπληνιάζει / να σπληνιάσει | να έχουμε σπληνιάσει / να σπληνιάζουμε / να σπληνιάσουμε | να έχετε σπληνιάσει / να σπληνιάζετε / να σπληνιάσετε | να σπληνιάζουν / να σπληνιάζουνε / να σπληνιάσουν / να σπληνιάσουνε |
| Προστακτική | — | σπλήνιαζε / σπλήνιασε | — | — | σπληνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σπληνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →