σπουδαιοφάνεια
•
- λόγιοτο να είναι κάποιος σπουδαιοφανής, η ιδιότητα του σπουδαιοφανούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπουδαιοφάνεια < σπουδαιοφανής + -εια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπουδαιοφάνεια | σπουδαιοφάνειες |
| Γενική | σπουδαιοφάνειας | σπουδαιοφανειών |
| Αιτιατική | σπουδαιοφάνεια | σπουδαιοφάνειες |
| Κλητική | σπουδαιοφάνεια | σπουδαιοφάνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →