Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπουδαιότητα

/spu.ðeˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του σπουδαίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπουδαιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σπουδαιότης, από την αιτιατική ενικού τὴν σπουδαιότητα < σπουδαῖος < σπουδή. Συγχρονικά αναλύεται σε σπουδαί(ος) + -ότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπουδαιότητασπουδαιότητες
Γενικήσπουδαιότηταςσπουδαιοτήτων
Αιτιατικήσπουδαιότητασπουδαιότητες
Κλητικήσπουδαιότητασπουδαιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →