σπουδαστικός
•
- που έχει σχέση με τους σπουδαστές ή τις σπουδές ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπουδαστικός < σπουδάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπουδαστικός | σπουδαστική | σπουδαστικό |
| Γενική | σπουδαστικού | σπουδαστικής | σπουδαστικού |
| Αιτιατική | σπουδαστικό | σπουδαστική | σπουδαστικό |
| Κλητική | σπουδαστικέ | σπουδαστική | σπουδαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπουδαστικοί | σπουδαστικές | σπουδαστικά |
| Γενική | σπουδαστικών | σπουδαστικών | σπουδαστικών |
| Αιτιατική | σπουδαστικούς | σπουδαστικές | σπουδαστικά |
| Κλητική | σπουδαστικοί | σπουδαστικές | σπουδαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →