στάμπα
•
- αποτύπωμα, το σημάδι που αφήνει κάποιο αντικείμενο γενικά ή ειδικά κατασκευασμένο για αυτόν το σκοπό Βικιλεξικό
- ειδικότεραβιομηχανοποιημένη ή χειροποίητη ζωγραφιά πάνω σε ρούχο, συνήθως έγχρωμη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο κηλίδωμα, η ρετσινιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στάμπα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στάμπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική stampa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στάμπα | στάμπες |
| Γενική | στάμπας | σταμπών |
| Αιτιατική | στάμπα | στάμπες |
| Κλητική | στάμπα | στάμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →