σφραγίδα
•
- αντικείμενο με έκτυπη παράσταση ή/και επιγραφή η οποία μελανώνεται και αποτυπώνεται με πίεση πάνω σε έγγραφο ή αντίστοιχο ηλεκτρονικό έντυπο Βικιλεξικό
- Τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε υπογράφονται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου τους, είτε τίθεται σε αυτά η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα της περίπτωσης 27 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, όπου η τελευταία απαιτείται. (ΦΕΚ 83 Α΄ - 10.04.2020/Νόμος 4683)
- αρχαιολογίααντικείμενο με έκτυπη παράσταση που αφήνει το αποτύπωμά της πάνω σε κερί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο αποτύπωμα που αφήνει το αντικείμενο αυτό, το σφράγισμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ολοφάνερη επίδραση που άσκησε κάποιος σε ένα άτομο, σύνολο, πολιτισμό κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σφραγίδα < αρχαία ελληνική σφραγίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σφραγίδα | σφραγίδες |
| Γενική | σφραγίδας | σφραγίδων |
| Αιτιατική | σφραγίδα | σφραγίδες |
| Κλητική | σφραγίδα | σφραγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →