Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σφραγίδα

/sfɾaˈʝi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αντικείμενο με έκτυπη παράσταση ή/και επιγραφή η οποία μελανώνεται και αποτυπώνεται με πίεση πάνω σε έγγραφο ή αντίστοιχο ηλεκτρονικό έντυπο Βικιλεξικό
    • Τα ηλεκτρονικά έγγραφα που εκδίδονται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, είτε υπογράφονται με την εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου τους, είτε τίθεται σε αυτά η εγκεκριμένη ηλεκτρονική σφραγίδα της περίπτωσης 27 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 910/2014, όπου η τελευταία απαιτείται. (ΦΕΚ 83 Α΄ - 10.04.2020/Νόμος 4683)
  2. αρχαιολογίααντικείμενο με έκτυπη παράσταση που αφήνει το αποτύπωμά της πάνω σε κερί Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασητο αποτύπωμα που αφήνει το αντικείμενο αυτό, το σφράγισμα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη ολοφάνερη επίδραση που άσκησε κάποιος σε ένα άτομο, σύνολο, πολιτισμό κλπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σφραγίδα < αρχαία ελληνική σφραγίς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσφραγίδασφραγίδες
Γενικήσφραγίδαςσφραγίδων
Αιτιατικήσφραγίδασφραγίδες
Κλητικήσφραγίδασφραγίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →