Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στέκι

/ˈste.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ Βικιλεξικό
    • Πῆγα εὐτὺς στὰ γνωστά μου «στέκια» νὰ συναντήσω τοὺς φίλους μου ποὺ παίζανε. (Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, 1980)
    • Γνώριζαν πολύ καλά τα στέκια των αργυραμοιβών, με παρακράτηση του «νομίμου» ποσοστού από την ανταλλαγή. (Ελένη Πριοβόλου, Όπως ήθελα να ζήσω, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. ελληνοαμερικανικάη μπριζόλα Βικιλεξικό
    • Είχε εστιατόριο κι έψηνε στέκια.

Ετυμολογία

στέκι < ουσιαστικοποιημένο στέκει (γ' πρόσωπο του στέκω) ορθογραφημένο κατά τα ουδέτερα σε ‑ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστέκιστέκια
Γενικήστεκιούστεκιών
Αιτιατικήστέκιστέκια
Κλητικήστέκιστέκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →