στέκω
•
- λαϊκότροποστέκομαι Βικιλεξικό
- λαϊκότροποστέκομαι Βικιλεξικό
- Αυτή η θεωρία δε στέκει επιστημονικά, δεν αντέχει σε κριτική.
- λαϊκότροποστέκομαι Βικιλεξικό
- Στέκει στην εποχή μας να παντρεύεται σε ηλικία 14 ετών; Δε στέκει.
Ετυμολογία
στέκω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στέκω < ελληνιστική κοινή στήκω < αρχαία ελληνική ἕστηκα (παρακείμενος του ἵστημι με παθητική σημασία)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στέκω | στέκεις | στέκει | στέκουμε | στέκετε | στέκουν / στέκουνε |
| Παρατατικός | έστεκα | έστεκες | έστεκε | στέκαμε | στέκατε | έστεκαν / στέκαν / στέκανε |
| Μέλλοντας | θα στέκω | θα στέκεις | θα στέκει | θα στέκουμε | θα στέκετε | θα στέκουν / θα στέκουνε |
| Υποτακτική | να στέκω | να στέκεις | να στέκει | να στέκουμε | να στέκετε | να στέκουν / να στέκουνε |
| Προστακτική | — | — | — | — | στέκετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →