Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στέκω

/ˈste.ko/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποστέκομαι Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροποστέκομαι Βικιλεξικό
    • Αυτή η θεωρία δε στέκει επιστημονικά, δεν αντέχει σε κριτική.
  3. λαϊκότροποστέκομαι Βικιλεξικό
    • Στέκει στην εποχή μας να παντρεύεται σε ηλικία 14 ετών; Δε στέκει.

Ετυμολογία

στέκω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στέκω < ελληνιστική κοινή στήκω < αρχαία ελληνική ἕστηκα (παρακείμενος του ἵστημι με παθητική σημασία)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςστέκωστέκειςστέκειστέκουμεστέκετεστέκουν / στέκουνε
Παρατατικόςέστεκαέστεκεςέστεκεστέκαμεστέκατεέστεκαν / στέκαν / στέκανε
Μέλλονταςθα στέκωθα στέκειςθα στέκειθα στέκουμεθα στέκετεθα στέκουν / θα στέκουνε
Υποτακτικήνα στέκωνα στέκειςνα στέκεινα στέκουμενα στέκετενα στέκουν / να στέκουνε
Προστακτική————στέκετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →