Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στέμμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το διάδημα που φοράει ένας μονάρχης ως σύμβολο της εξουσίας του Βικιλεξικό
  2. η βασιλική εξουσία, ως θεσμός και φορέας Βικιλεξικό
    • αυτά τα κτήματα είναι ιδιοκτησία του Στέμματος
    • Τελικὰ τὸ Συμβούλιο τοῦ Στέμματος πραγματοποιήθηκε στὴν καθορισμένη ἡμερομηνία. (Νίκος Ψυρούκης, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδος, 1940-1967, τόμος 3, 1976, σελ. 339)
  3. αστρονομίατο εξωτερικό τμήμα της ατμόσφαιρας του ήλιου και άλλων άστρων που αποτελείται από πλάσμα Βικιλεξικό
  4. για διακρίσεις σε διάφορους τομείς όπως καλλιστείαένδειξη νίκης Βικιλεξικό
  5. παλαιογραφίασχεδιάγραμμα που αναφέρεται στην προέλευση και στις σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών χειρογράφων ενός αρχαίου κειμένου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στέμμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στέμμα (στεφάνι) : στην αστρονομική σημασία: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couronne : στην παλαιογραφία: σημασιολογικό δάνειο από τη νεολατινική stemma < λατινική stemma (γενεαλογικό δέντρο) < αρχαία ελληνική στέμμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστέμμαστέμματα
Γενικήστέμματοςστεμμάτων
Αιτιατικήστέμμαστέμματα
Κλητικήστέμμαστέμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →