στέρηση
•
- η έλλειψη Βικιλεξικό
- η στέρηση βιταμινών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές νόσους
- το να μην έχει κάποιος τα αναγκαία Βικιλεξικό
- έζησε μια ζωή γεμάτη στερήσεις
Ετυμολογία
στέρηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στέρησις Δείτε στερώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στέρηση | στερήσεις |
| Γενική | στέρησης | στερήσεων |
| Αιτιατική | στέρηση | στερήσεις |
| Κλητική | στέρηση | στερήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →