στήλη
•
- η μαρμάρινη ή μεταλλική πλάκα με χαραγμένη επιγραφή, αναρτημένη σε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο Βικιλεξικό
- οτιδήποτε μοιάζει με στήλη Βικιλεξικό
- το καθένα από τα κάθετα διαιρεμένα τμήματα μιας σελίδας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο τμήμα εφημερίδας με συγκεκριμένο θέμα καθώς και τα κείμενα που δημοσιεύονται εκεί Βικιλεξικό
- βάσεις δεδομένωνη στήλη ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα δεδομένα της στήλης είναι του ιδίου τύπου και λαμβάνουν τιμές από συγκεκριμένο πεδίο ορισμού Βικιλεξικό
- συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: γνώρισμα ή ιδιότητα (attribute)
- Υπώνυμα: περιγραφικό γνώρισμα
Ετυμολογία
στήλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στήλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης :* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pile ή colonne
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στήλη | στήλες |
| Γενική | στήλης | στηλών |
| Αιτιατική | στήλη | στήλες |
| Κλητική | στήλη | στήλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →