Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στήλη

/ˈsti.li/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μαρμάρινη ή μεταλλική πλάκα με χαραγμένη επιγραφή, αναρτημένη σε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο Βικιλεξικό
  2. οτιδήποτε μοιάζει με στήλη Βικιλεξικό
  3. το καθένα από τα κάθετα διαιρεμένα τμήματα μιας σελίδας Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασητο τμήμα εφημερίδας με συγκεκριμένο θέμα καθώς και τα κείμενα που δημοσιεύονται εκεί Βικιλεξικό
  5. βάσεις δεδομένωνη στήλη ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα δεδομένα της στήλης είναι του ιδίου τύπου και λαμβάνουν τιμές από συγκεκριμένο πεδίο ορισμού Βικιλεξικό
    • συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: γνώρισμα ή ιδιότητα (attribute)
    • Υπώνυμα: περιγραφικό γνώρισμα

Ετυμολογία

στήλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στήλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης :* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pile ή colonne

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστήληστήλες
Γενικήστήληςστηλών
Αιτιατικήστήληστήλες
Κλητικήστήληστήλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →