στήμονας
•
- βοτανικήτο αρσενικό αναπαραγωγικό όργανο στα σπερματόφυτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στήμονας < αρχαία ελληνική στήμων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στήμονας | στήμονες |
| Γενική | στήμονα | στημόνων |
| Αιτιατική | στήμονα | στήμονες |
| Κλητική | στήμονα | στήμονες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →