στημόνι
•
- παράλληλες κλωστές που είναι η βάση πλεξίματος αργαλειού μικρού ή μεγάλου για την δημιουργία έργων λαϊκής τέχνης (π.χ. χαλιών) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στημόνι < αρχαία ελληνική στημόνιον, υποκοριστικό του στήμων < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stéh₂mn̥ < *steh₂- ἵστημι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στημόνι | στημόνια |
| Γενική | στημονιού | στημονιών |
| Αιτιατική | στημόνι | στημόνια |
| Κλητική | στημόνι | στημόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →