στίβος
•
- το τμήμα ενός γηπέδου ή σταδίου, στο οποίο διεξάγονται αγωνίσματα κλασικού αθλητισμού Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτα αγωνίσματα κλασικού αθλητισμού (αγώνες δρόμου, ρίψεων, αλμάτων κ.λπ.) που γίνονται στον στίβο Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο πεδίο ή ο χώρος που διεξάγεται μια δραστηριότητα (πολιτική, καλλιτεχνική κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στίβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στίβος (πατημένος δρόμος, αχνάρι), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική track.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στίβος | στίβοι |
| Γενική | στίβου | στίβων |
| Αιτιατική | στίβο | στίβους |
| Κλητική | στίβε | στίβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →