στίξη
•
- γραμματικήτα γραπτά σύμβολα για τον επιτονισμό, τον χρωματισμό, τις παύσης στον προφορικό μας λόγο Βικιλεξικό
- η χάραξη στιγμών, στιγμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στίξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στίξις (σημάδεμα), Δείτε και στίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στίξη | στίξεις |
| Γενική | στίξης | στίξεων |
| Αιτιατική | στίξη | στίξεις |
| Κλητική | στίξη | στίξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →