στικτός
•
- ο γεμάτος στίγματα Βικιλεξικό
- οι πολύ σκούροι προπλασμοί στα πρόσωπα, η χαλαρή πτυχολογία, η αραιή χρυσοκονδυλιά στο ρόδινο ιμάτιο του Χριστού και το άτεχνο στικτό φυτικό κόσμημα στους φωτοστεφάνους οδηγούν στη χρονολόγηση της εικόνας στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αι. (Αρχαιολογικον δελτιον, τόμος 46, μέρος 2, 1996, σελ. 537)
- αυτός που σχηματίζεται από στίγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στικτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στικτός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στικτός | στικτή | στικτό |
| Γενική | στικτού | στικτής | στικτού |
| Αιτιατική | στικτό | στικτή | στικτό |
| Κλητική | στικτέ | στικτή | στικτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στικτοί | στικτές | στικτά |
| Γενική | στικτών | στικτών | στικτών |
| Αιτιατική | στικτούς | στικτές | στικτά |
| Κλητική | στικτοί | στικτές | στικτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →