σταβλίτης
•
- ο υπεύθυνος για την καθαριότητα και τη διατροφή των αλόγων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταβλίτης < στάβλ(ος) + -ίτης. Δείτε και το ελληνιστικό σταβλίτης (αξιωματούχος σε ταχυδρομικό σταθμό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταβλίτης | σταβλίτες |
| Γενική | σταβλίτη | σταβλιτών |
| Αιτιατική | σταβλίτη | σταβλίτες |
| Κλητική | σταβλίτη | σταβλίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →