Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταδιοδρομία

/sta.ði.o.ðɾoˈmi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εξέλιξη που έχει κάποιος στο επάγγελμά του, η πορεία του και η ανέλιξή σε ανώτερες βαθμίδες σ’ αυτό το επάγγελμα ή ασχολία Βικιλεξικό
    • ώσπου στο τέλος αρκούντως μακρυμάλλης, γιεγιές κι αληταράς, γνώρισε το εβδομήντα, εβδομήντα ένα μια τρελιάρα που την παντρεύτηκε σε δυό μήνες κι αυτή ήταν η απαρχή μιας σταδιοδρομίας, τριών γάμων, τριών παιδιών και μιας μεσόκοπης μοναξιάς του φίλου μου του ακτινολόγου (Πάνος Θεοδωρίδης, Το ροκ των Μακεδόνων, εκδ. Ιανός, 1998, σελ. 145)

Ετυμολογία

σταδιοδρομία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σταδιοδρομία (αγώνας δρόμου στο στάδιο) < αρχαία ελληνική σταδιοδρομέω / σταδιοδρομῶ < στάδιον + δρόμος (απόσταση), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική carrière. Συγχρονικά αναλύεται σε στάδι(ο) + -ο- + -δρομία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταδιοδρομίασταδιοδρομίες
Γενικήσταδιοδρομίαςσταδιοδρομιών
Αιτιατικήσταδιοδρομίασταδιοδρομίες
Κλητικήσταδιοδρομίασταδιοδρομίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →