Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταδιοδρομώ

ρήμα
•
  1. έχω μια κάποια σταδιοδρομία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταδιοδρομώ < αρχαία ελληνική σταδιοδρομέω / σταδιοδρομῶ < στάδιον + δρόμος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική faire carrière)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσταδιοδρομώσταδιοδρομείςσταδιοδρομείσταδιοδρομούμεσταδιοδρομείτεσταδιοδρομούν / σταδιοδρομούνε
Παρατατικόςσταδιοδρομούσασταδιοδρομούσεςσταδιοδρομούσεσταδιοδρομούσαμεσταδιοδρομούσατεσταδιοδρομούσαν / σταδιοδρομούσανε
Αόριστοςσταδιοδρόμησασταδιοδρόμησεςσταδιοδρόμησεσταδιοδρομήσαμεσταδιοδρομήσατεσταδιοδρομήσαν / σταδιοδρομήσανε / σταδιοδρόμησαν
Μέλλονταςθα σταδιοδρομήσω / θα σταδιοδρομώθα σταδιοδρομήσεις / θα σταδιοδρομείςθα σταδιοδρομήσει / θα σταδιοδρομείθα σταδιοδρομήσουμε / θα σταδιοδρομούμεθα σταδιοδρομήσετε / θα σταδιοδρομείτεθα σταδιοδρομήσουν / θα σταδιοδρομήσουνε / θα σταδιοδρομούν / θα σταδιοδρομούνε
Παρακείμενοςέχω σταδιοδρομήσειέχεις σταδιοδρομήσειέχει σταδιοδρομήσειέχουμε σταδιοδρομήσειέχετε σταδιοδρομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σταδιοδρομήσειείχες σταδιοδρομήσειείχε σταδιοδρομήσειείχαμε σταδιοδρομήσει——
Υποτακτικήνα έχω σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσω / να σταδιοδρομώνα έχεις σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσεις / να σταδιοδρομείςνα έχει σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομείνα έχουμε σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσουμε / να σταδιοδρομούμενα έχετε σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσετε / να σταδιοδρομείτενα σταδιοδρομήσουν / να σταδιοδρομήσουνε / να σταδιοδρομούν / να σταδιοδρομούνε
Προστακτική—σταδιοδρόμει / σταδιοδρόμησε——σταδιοδρομήστε / σταδιοδρομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →