σταδιοδρομώ
•
- έχω μια κάποια σταδιοδρομία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταδιοδρομώ < αρχαία ελληνική σταδιοδρομέω / σταδιοδρομῶ < στάδιον + δρόμος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική faire carrière)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταδιοδρομώ | σταδιοδρομείς | σταδιοδρομεί | σταδιοδρομούμε | σταδιοδρομείτε | σταδιοδρομούν / σταδιοδρομούνε |
| Παρατατικός | σταδιοδρομούσα | σταδιοδρομούσες | σταδιοδρομούσε | σταδιοδρομούσαμε | σταδιοδρομούσατε | σταδιοδρομούσαν / σταδιοδρομούσανε |
| Αόριστος | σταδιοδρόμησα | σταδιοδρόμησες | σταδιοδρόμησε | σταδιοδρομήσαμε | σταδιοδρομήσατε | σταδιοδρομήσαν / σταδιοδρομήσανε / σταδιοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα σταδιοδρομήσω / θα σταδιοδρομώ | θα σταδιοδρομήσεις / θα σταδιοδρομείς | θα σταδιοδρομήσει / θα σταδιοδρομεί | θα σταδιοδρομήσουμε / θα σταδιοδρομούμε | θα σταδιοδρομήσετε / θα σταδιοδρομείτε | θα σταδιοδρομήσουν / θα σταδιοδρομήσουνε / θα σταδιοδρομούν / θα σταδιοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω σταδιοδρομήσει | έχεις σταδιοδρομήσει | έχει σταδιοδρομήσει | έχουμε σταδιοδρομήσει | έχετε σταδιοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταδιοδρομήσει | είχες σταδιοδρομήσει | είχε σταδιοδρομήσει | είχαμε σταδιοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσω / να σταδιοδρομώ | να έχεις σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσεις / να σταδιοδρομείς | να έχει σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομεί | να έχουμε σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσουμε / να σταδιοδρομούμε | να έχετε σταδιοδρομήσει / να σταδιοδρομήσετε / να σταδιοδρομείτε | να σταδιοδρομήσουν / να σταδιοδρομήσουνε / να σταδιοδρομούν / να σταδιοδρομούνε |
| Προστακτική | — | σταδιοδρόμει / σταδιοδρόμησε | — | — | σταδιοδρομήστε / σταδιοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →