Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταλιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κατ’ επέκτασημικρή ποσότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταλιά < στάλα + -ιά < σταλάζω (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή σταλάζω < αρχαία ελληνική σταλάσσω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταλιάσταλιές
Γενικήσταλιάςσταλιών
Αιτιατικήσταλιάσταλιές
Κλητικήσταλιάσταλιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σταλία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςο χρόνος που παραμένει κάποιο πλοίο σε λιμενικές εγκαταστάσεις για διάφορους λόγους (φόρτωση, εκφόρτωση, επισκευή κ.λπ.). Συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό: σταλίες Βικιλεξικό
    • τα πλοία δεν μπορούσαν να εκφορτώνουν το φορτίο τους και οι σταλίες που πλήρωναν για κάθε μέρα καθυστέρησης ωδηγούσαν στην επιβολή επιναύλου στο λιμάνι (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής: Μυθ(ιστόρημα), Νίκος Κ. Δούκας, 2017)
  2. φυτόείδος φυτού της οικογένειας των Χεδροπών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταλία < (άμεσο δάνειο) ιταλική stallia < stallo (σταματώ / μένω) < πρωτογερμανική *stallaz (στάση, σταθερός, σταματώ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stel- (θέτω, βάζω, στέκομαι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταλίασταλίες
Γενικήσταλίαςσταλιών
Αιτιατικήσταλίασταλίες
Κλητικήσταλίασταλίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →