σταματάω
•
- μεταβατικόδιακόπτω μια ενέργεια ενός άλλου ανθρώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
- σταμάτα τον πριν κάνει κάτι που θα το μετανιώσει
- μεταβατικόδιακόπτω μια δική μου ενέργεια Βικιλεξικό
- σταμάτα τις ανοησίες
- μια νεαρή νοσοκόμα, σταμάτησε μπροστά μας, έδειχνε μαγεμένη, σήκωσε τον Κάρολο στην αγκαλιά, «Καλέ τι όμορφο παιδί, φτου σου, σιδερένιος!». (Σπύρος Τσακνιάς, Επί τα ίχνη: κριτικά κείμενα 1985-1988, εκδ. Σοκόλη, 1990, σελ. 138)
- αμετάβατοπαύω να κινούμαι Βικιλεξικό
- το αυτοκίνητο δε σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι
Ετυμολογία
σταματάω < σταματ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σταματῶ < στάμα (κάθισμα) < ἵσταμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταματάω / σταματώ | σταματάς | σταματά / σταματάει | σταματάμε / σταματούμε | σταματάτε | σταματάν / σταματάνε / σταματούν / σταματούνε |
| Παρατατικός | σταμάταγα / σταματούσα | σταμάταγες / σταματούσες | σταμάταγε / σταματούσε | σταματάγαμε / σταματούσαμε | σταματάγατε / σταματούσατε | σταμάταγαν / σταματάγανε / σταματούσαν / σταματούσανε |
| Αόριστος | σταμάτησα | σταμάτησες | σταμάτησε | σταματήσαμε | σταματήσατε | σταμάτησαν / σταματήσαν |
| Μέλλοντας | θα σταματάω / θα σταματήσω / θα σταματώ | θα σταματάς / θα σταματήσεις | θα σταματά / θα σταματάει / θα σταματήσει | θα σταματάμε / θα σταματήσουμε / θα σταματούμε | θα σταματάτε / θα σταματήσετε | θα σταματάν / θα σταματάνε / θα σταματούν / θα σταματούνε |
| Υποτακτική | να σταματάω / να σταματήσω / να σταματώ | να σταματάς / να σταματήσεις | να σταματά / να σταματάει / να σταματήσει | να σταματάμε / να σταματήσουμε / να σταματούμε | να σταματάτε / να σταματήσετε | να σταματάν / να σταματάνε / να σταματούν / να σταματούνε |
| Προστακτική | — | σταμάτα / σταμάταγε / σταμάτησε | — | — | σταματάτε / σταματήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →