σταμπαρισμένος
•
- τον έχουν υπ’ όψη τους οι αρχές, τον παρακολουθούν ως κακοποιό, του έχουν πάρει αποτυπώματα για την δράση του στο παρελθόν Βικιλεξικό
- που είναι σημαδεμένος ότι ανήκει σε κάποιον ή ότι τον θέλει κάποιος Βικιλεξικό
- που του έχουν εφαρμόσει στάμπα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: σταμπωτός
Ετυμολογία
σταμπαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου σταμπάρω
Άλλοι τύποι
σταμπαρισμένασταμπαρισμένεσταμπαρισμένεςσταμπαρισμένησταμπαρισμένηςσταμπαρισμένοσταμπαρισμένοισταμπαρισμένοςσταμπαρισμένουσταμπαρισμένουςσταμπαρισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →