Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταμπαρισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. τον έχουν υπ’ όψη τους οι αρχές, τον παρακολουθούν ως κακοποιό, του έχουν πάρει αποτυπώματα για την δράση του στο παρελθόν Βικιλεξικό
  2. που είναι σημαδεμένος ότι ανήκει σε κάποιον ή ότι τον θέλει κάποιος Βικιλεξικό
  3. που του έχουν εφαρμόσει στάμπα Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: σταμπωτός

Ετυμολογία

σταμπαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου σταμπάρω

Άλλοι τύποι

σταμπαρισμένασταμπαρισμένεσταμπαρισμένεςσταμπαρισμένησταμπαρισμένηςσταμπαρισμένοσταμπαρισμένοισταμπαρισμένοςσταμπαρισμένουσταμπαρισμένουςσταμπαρισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →