σταράτος
•
- για λόγο που διατυπώνεται χωρίς υπονοούμενα και υπεκφυγές Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με το στάρι Βικιλεξικό
- που σχετίζεται με το στάρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταράτος (σημασία λόγια) < πιθανόν αστεράτος < μεσαιωνική ελληνική ἀστεράτος. Συγχρονικά αναλύεται σε αστέρι + -άτος : σταράτος (σημασία σταρένιος) < σιτάρι, στάρ(ι) + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταράτος | σταράτη | σταράτο |
| Γενική | σταράτου | σταράτης | σταράτου |
| Αιτιατική | σταράτο | σταράτη | σταράτο |
| Κλητική | σταράτε | σταράτη | σταράτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταράτοι | σταράτες | σταράτα |
| Γενική | σταράτων | σταράτων | σταράτων |
| Αιτιατική | σταράτους | σταράτες | σταράτα |
| Κλητική | σταράτοι | σταράτες | σταράτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →