Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταράτος

/staˈɾa.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για λόγο που διατυπώνεται χωρίς υπονοούμενα και υπεκφυγές Βικιλεξικό
  2. που σχετίζεται με το στάρι Βικιλεξικό
  3. που σχετίζεται με το στάρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταράτος (σημασία λόγια) < πιθανόν αστεράτος < μεσαιωνική ελληνική ἀστεράτος. Συγχρονικά αναλύεται σε αστέρι + -άτος : σταράτος (σημασία σταρένιος) < σιτάρι, στάρ(ι) + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταράτοςσταράτησταράτο
Γενικήσταράτουσταράτηςσταράτου
Αιτιατικήσταράτοσταράτησταράτο
Κλητικήσταράτεσταράτησταράτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταράτοισταράτεςσταράτα
Γενικήσταράτωνσταράτωνσταράτων
Αιτιατικήσταράτουςσταράτεςσταράτα
Κλητικήσταράτοισταράτεςσταράτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →