Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη στάση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που βρίσκεται σε ακινησία ή την προκαλεί Βικιλεξικό
  3. αρχιτεκτονικήπου έχει σχέση με τη στατική ή τη στατικότητα ενός οικοδομήματος ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  4. που δεν περιλαμβάνει το στοιχείο του χρόνου, δηλαδή δε μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου Βικιλεξικό
  5. προγραμματισμόςαυτό που καθορίζεται πριν την μεταγλώττιση και δεν μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable) Βικιλεξικό
  6. προγραμματισμόςη στατική μεταβλητή ή γενικότερα η στατική δομή δεδομένων για την οποία δεσμεύεται χώρος στην κεντρική μνήμη κατά το μεταγλώττιση και δεν μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης Βικιλεξικό
    • Παράδειγμα ένας μονοδιάστατος πίνακας που συνήθως έχει σταθερό μέγεθος
    • Αντώνυμα: μη στατικός, δυναμικός

Ετυμολογία

στατικός < αρχαία ελληνική στατικός < ἵστημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστατικόςστατικήστατικό
Γενικήστατικούστατικήςστατικού
Αιτιατικήστατικόστατικήστατικό
Κλητικήστατικέστατικήστατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστατικοίστατικέςστατικά
Γενικήστατικώνστατικώνστατικών
Αιτιατικήστατικούςστατικέςστατικά
Κλητικήστατικοίστατικέςστατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →