στατικός
•
- που έχει σχέση με τη στάση, ανήκει σ’ αυτή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που βρίσκεται σε ακινησία ή την προκαλεί Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήπου έχει σχέση με τη στατική ή τη στατικότητα ενός οικοδομήματος ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που δεν περιλαμβάνει το στοιχείο του χρόνου, δηλαδή δε μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςαυτό που καθορίζεται πριν την μεταγλώττιση και δεν μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (runtime), όπως ο ορισμός του τύπου μιας μεταβλητής (variable) Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςη στατική μεταβλητή ή γενικότερα η στατική δομή δεδομένων για την οποία δεσμεύεται χώρος στην κεντρική μνήμη κατά το μεταγλώττιση και δεν μεταβάλλεται κατά την διάρκεια της εκτέλεσης Βικιλεξικό
- Παράδειγμα ένας μονοδιάστατος πίνακας που συνήθως έχει σταθερό μέγεθος
- Αντώνυμα: μη στατικός, δυναμικός
Ετυμολογία
στατικός < αρχαία ελληνική στατικός < ἵστημι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στατικός | στατική | στατικό |
| Γενική | στατικού | στατικής | στατικού |
| Αιτιατική | στατικό | στατική | στατικό |
| Κλητική | στατικέ | στατική | στατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στατικοί | στατικές | στατικά |
| Γενική | στατικών | στατικών | στατικών |
| Αιτιατική | στατικούς | στατικές | στατικά |
| Κλητική | στατικοί | στατικές | στατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →