σταυροφορία
•
- στρατιωτική επιχείρηση, κατά το Μεσαίωνα, που συγκέντρωνε πολλές χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδων ιπποτών και άλλων οπλιτών, με σκοπό την απελευθέρωση των ιερών τόπων του χριστιανισμού από τους μουσουλμάνους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταυροφορία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυροφορία | σταυροφορίες |
| Γενική | σταυροφορίας | σταυροφοριών |
| Αιτιατική | σταυροφορία | σταυροφορίες |
| Κλητική | σταυροφορία | σταυροφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →