σταυροφόρος
•
- ιστορίαάρχοντας, ιππότης ή οπλίτης, που λάμβανε μέρος σε μια σταυροφορία. Λεγόταν έτσι λόγω του σταυρού που έφερε πάνω στα ενδύματά του και την ασπίδα του Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου αφοσιώνεται σε σημαντικό στόχο και αγωνίζεται γι' αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταυροφόρος < ελληνιστική κοινή σταυροφόρος. Συγχρονικά αναλύεται σε σταυρο- + -φόρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταυροφόρος | σταυροφόροι |
| Γενική | σταυροφόρου | σταυροφόρων |
| Αιτιατική | σταυροφόρο | σταυροφόρους |
| Κλητική | σταυροφόρε | σταυροφόροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →