σταφιδιάζω
•
- αμετάβατοαποβάλλω τους χυμούς, συρρικνώνομαι και ξεραίνομαι Βικιλεξικό
- αμετάβατοζαρώνω, αφυδατώνομαι, παύω να είμαι σφριγηλός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταφιδιάζω < σταφίδα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταφιδιάζω | σταφιδιάζεις | σταφιδιάζει | σταφιδιάζουμε | σταφιδιάζετε | σταφιδιάζουν / σταφιδιάζουνε |
| Παρατατικός | σταφίδιαζα | σταφίδιαζες | σταφίδιαζε | σταφιδιάζαμε | σταφιδιάζατε | σταφίδιαζαν / σταφιδιάζαν / σταφιδιάζανε |
| Αόριστος | σταφίδιασα | σταφίδιασες | σταφίδιασε | σταφιδιάσαμε | σταφιδιάσατε | σταφίδιασαν / σταφιδιάσαν / σταφιδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα σταφιδιάζω / θα σταφιδιάσω | θα σταφιδιάζεις / θα σταφιδιάσεις | θα σταφιδιάζει / θα σταφιδιάσει | θα σταφιδιάζουμε / θα σταφιδιάσουμε | θα σταφιδιάζετε / θα σταφιδιάσετε | θα σταφιδιάζουν / θα σταφιδιάζουνε / θα σταφιδιάσουν / θα σταφιδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταφιδιάσει | έχεις σταφιδιάσει | έχει σταφιδιάσει | έχουμε σταφιδιάσει | έχετε σταφιδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταφιδιάσει | είχες σταφιδιάσει | είχε σταφιδιάσει | είχαμε σταφιδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταφιδιάσει / να σταφιδιάζω / να σταφιδιάσω | να έχεις σταφιδιάσει / να σταφιδιάζεις / να σταφιδιάσεις | να έχει σταφιδιάσει / να σταφιδιάζει / να σταφιδιάσει | να έχουμε σταφιδιάσει / να σταφιδιάζουμε / να σταφιδιάσουμε | να έχετε σταφιδιάσει / να σταφιδιάζετε / να σταφιδιάσετε | να σταφιδιάζουν / να σταφιδιάζουνε / να σταφιδιάσουν / να σταφιδιάσουνε |
| Προστακτική | — | σταφίδιαζε / σταφίδιασε | — | — | σταφιδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σταφιδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →