σταφίδα
•
- αποξηραμένο σταφύλι, ως ξηρός καρπός Βικιλεξικό
- Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύματα, εκδ. Κέδρος, 2005, σελ. 122)
- μετωνυμικάη σταφιδάμπελος Βικιλεξικό
- οικείομεθυσμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταφίδα < μεσαιωνική ελληνική σταφίδα < ελληνιστική κοινή σταφίς < αρχαία ελληνική ἀσταφίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταφίδα | σταφίδες |
| Γενική | σταφίδας | σταφίδων |
| Αιτιατική | σταφίδα | σταφίδες |
| Κλητική | σταφίδα | σταφίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →