σταφιδικός
•
- που έχει σχέση με τη σταφίδα, την παραγωγή της, το εμπόριό της ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταφιδικός < σταφίδα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταφιδικός | σταφιδική | σταφιδικό |
| Γενική | σταφιδικού | σταφιδικής | σταφιδικού |
| Αιτιατική | σταφιδικό | σταφιδική | σταφιδικό |
| Κλητική | σταφιδικέ | σταφιδική | σταφιδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταφιδικοί | σταφιδικές | σταφιδικά |
| Γενική | σταφιδικών | σταφιδικών | σταφιδικών |
| Αιτιατική | σταφιδικούς | σταφιδικές | σταφιδικά |
| Κλητική | σταφιδικοί | σταφιδικές | σταφιδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →