Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταφιδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη σταφίδα, την παραγωγή της, το εμπόριό της ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταφιδικός < σταφίδα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταφιδικόςσταφιδικήσταφιδικό
Γενικήσταφιδικούσταφιδικήςσταφιδικού
Αιτιατικήσταφιδικόσταφιδικήσταφιδικό
Κλητικήσταφιδικέσταφιδικήσταφιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσταφιδικοίσταφιδικέςσταφιδικά
Γενικήσταφιδικώνσταφιδικώνσταφιδικών
Αιτιατικήσταφιδικούςσταφιδικέςσταφιδικά
Κλητικήσταφιδικοίσταφιδικέςσταφιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →