σταφιδοπαραγωγικός
•
- που έχει σχέση με την σταφιδοπαραγωγή ή τον σταφιδοπαραγωγό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταφιδοπαραγωγικός < σταφιδοπαραγωγή / σταφιδοπαραγωγός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταφιδοπαραγωγικός | σταφιδοπαραγωγική | σταφιδοπαραγωγικό |
| Γενική | σταφιδοπαραγωγικού | σταφιδοπαραγωγικής | σταφιδοπαραγωγικού |
| Αιτιατική | σταφιδοπαραγωγικό | σταφιδοπαραγωγική | σταφιδοπαραγωγικό |
| Κλητική | σταφιδοπαραγωγικέ | σταφιδοπαραγωγική | σταφιδοπαραγωγικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σταφιδοπαραγωγικοί | σταφιδοπαραγωγικές | σταφιδοπαραγωγικά |
| Γενική | σταφιδοπαραγωγικών | σταφιδοπαραγωγικών | σταφιδοπαραγωγικών |
| Αιτιατική | σταφιδοπαραγωγικούς | σταφιδοπαραγωγικές | σταφιδοπαραγωγικά |
| Κλητική | σταφιδοπαραγωγικοί | σταφιδοπαραγωγικές | σταφιδοπαραγωγικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →