σταχτοδοχείο
•
- μικρό σκεύος, συνήθως επιτραπέζιο, που χρησιμοποιείται για την απόρριψη στάχτης τσιγάρων ή πούρων αλλά και για την εναπόθεση και το σβήσιμο αυτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταχτοδοχείο < (καθαρεύουσα) στακτοδοχεῖον. Συγχρονικά αναλύεται σε στάχτ(η) + -ο- + δοχείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σταχτοδοχείο | σταχτοδοχεία |
| Γενική | σταχτοδοχείου | σταχτοδοχείων |
| Αιτιατική | σταχτοδοχείο | σταχτοδοχεία |
| Κλητική | σταχτοδοχείο | σταχτοδοχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →