Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στάχτη

/ˈsta.xti/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάτο υπόλειμμα της καύσης ενός υλικού Βικιλεξικό
    • έπεσε η στάχτη του τσιγάρου στο χαλί
    • «...Έχεις φυσικό αντιπυρετικό μέσα σου;» χαμογελάει η Μαρία. «Πού ξέρεις; Μπορεί σε μια προηγούμενη ζωή μου να ήμουν ο μυθικός φοίνικας των Ελλήνων που ξαναγεννιόταν συνεχώς από τις στάχτες του» της λέω. «Ή επτάψυχη γάτα ίσως, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν είμαι βέβαιος πόσες ψυχές μου απομένουν». (Κωνσταντίνος Κ. Χαρδαβέλλας, Κώστας Χαρδαβέλλας. Το ζεϊμπέκικο του νικητή, εκδ. Πατάκη, 2017)
  2. μεταφορικάολοσχερής καταστροφή Βικιλεξικό
    • τα πάντα έγιναν στάχτη

Ετυμολογία

στάχτη < μεσαιωνική ελληνική στάκτη < ελληνιστική κοινή στακτή (κονία) < αρχαία ελληνική στακτός < στάζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stag- (στάζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστάχτηστάχτες
Γενικήστάχτηςσταχτών
Αιτιατικήστάχτηστάχτες
Κλητικήστάχτηστάχτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →