Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγνά

/steˈɣna/ουσιαστικό
•
  1. ουσιαστικοποιημένοτα στεγνά: το μέρος ενός πλεούμενου που (υπό φυσιολογικές συνθήκες) δεν έρχεται σε επαφή με το νερό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγνά < στεγν(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

στέγνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη υγρασίας, νερού, το να είναι κάτι στεγνό Βικιλεξικό
    • πότισε τις ορτανσίες αμέσως, γιατί έχει μεγάλη στέγνα, θα μαραθούνε οι καημένες!
  2. στεγνός τόπος Βικιλεξικό
    • Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1967, σελ. 116)
  3. μεταφορικάχωρίς συναίσθημα Βικιλεξικό
    • είναι πολύ στεγνός στη συμπεριφορά του, «καλημέρα σας», «καλησπέρα σας», αλλά δεν σκάει ούτ' ένα χαμόγελο
  4. μεταφορικάχωρίς κανέναν διάκοσμο Βικιλεξικό
    • το σαλόνι της, αυστηρό, στεγνό, μόνο μ' ένα πορτατίφ δίπλα στην πολυθρόνα

Ετυμολογία

στέγνα < στεγν(ός) + -α (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστέγναστέγνες
Γενικήστέγνας—
Αιτιατικήστέγναστέγνες
Κλητικήστέγναστέγνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

στεγνά

/steˈɣna/επίρρημα
•
  1. κυριολεκτικά και μεταφορικάμε στεγνό τρόπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγνά < στεγν(ός) + -ά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →