στερεοτυπία
•
- τυπογραφίαμέθοδος παραγωγής μιας τυπογραφικής σελίδας από έκτυπη τυπογραφική πλάκα που παράγεται από μήτρα, μέσα στην οποία χύνεται λειωμένο κράμα μολύβδου Βικιλεξικό
- στερεότυπο Βικιλεξικό
- έλλειψη πρωτοτυπίας Βικιλεξικό
- ιατρικήανεξήγητη επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά (κινήσεις, λέξεις, χειρονομίες) που οφείλεται σε ψυχικούς παράγοντες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερεοτυπία < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) γαλλική stéréotypie < αρχαία ελληνική στερεός + τύπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στερεοτυπία | στερεοτυπίες |
| Γενική | στερεοτυπίας | στερεοτυπιών |
| Αιτιατική | στερεοτυπία | στερεοτυπίες |
| Κλητική | στερεοτυπία | στερεοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →