Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερεωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με στερέωση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συντελεί σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερεωτικός < ελληνιστική κοινή στερεωτικός < αρχαία ελληνική στερεόω < στερεός / στερρός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fixatif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερεωτικόςστερεωτικήστερεωτικό
Γενικήστερεωτικούστερεωτικήςστερεωτικού
Αιτιατικήστερεωτικόστερεωτικήστερεωτικό
Κλητικήστερεωτικέστερεωτικήστερεωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερεωτικοίστερεωτικέςστερεωτικά
Γενικήστερεωτικώνστερεωτικώνστερεωτικών
Αιτιατικήστερεωτικούςστερεωτικέςστερεωτικά
Κλητικήστερεωτικοίστερεωτικέςστερεωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →