στερεώνω
•
- ισχυροποιώ, σταθεροποιώ, κάνω ισχυρό, εγκαθιστώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερεώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στερεόω / στερεῶ + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στερεώνω | στερεώνεις | στερεώνει | στερεώνουμε | στερεώνετε | στερεώνουν / στερεώνουνε |
| Παρατατικός | στερέωνα | στερέωνες | στερέωνε | στερεώναμε | στερεώνατε | στερέωναν / στερεώναν / στερεώνανε |
| Αόριστος | στερέωσα | στερέωσες | στερέωσε | στερεώσαμε | στερεώσατε | στερέωσαν / στερεώσαν / στερεώσανε |
| Μέλλοντας | θα στερεώνω / θα στερεώσω | θα στερεώνεις / θα στερεώσεις | θα στερεώνει / θα στερεώσει | θα στερεώνουμε / θα στερεώσουμε | θα στερεώνετε / θα στερεώσετε | θα στερεώνουν / θα στερεώνουνε / θα στερεώσουν / θα στερεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στερεώσει | έχεις στερεώσει | έχει στερεώσει | έχουμε στερεώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στερεώσει | είχες στερεώσει | είχε στερεώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στερεώσει / να στερεώνω / να στερεώσω | να έχεις στερεώσει / να στερεώνεις / να στερεώσεις | να έχει στερεώσει / να στερεώνει / να στερεώσει | να έχουμε στερεώσει / να στερεώνουμε / να στερεώσουμε | να στερεώνετε / να στερεώσετε | να στερεώνουν / να στερεώνουνε / να στερεώσουν / να στερεώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε στερεωμένο / στερέωνε / στερέωσε | — | — | στερεώνετε / στερεώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στερεώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →