Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά την χωροταξική διάταξη των ατόμων Βικιλεξικό
  2. που αφορά την απώθηση των ατόμων εξ' αιτίας εγγύτητας ή διάταξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στερικός < αντιδάνειο: αγγλικά steric < στερ(εός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερικόςστερικήστερικό
Γενικήστερικούστερικήςστερικού
Αιτιατικήστερικόστερικήστερικό
Κλητικήστερικέστερικήστερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστερικοίστερικέςστερικά
Γενικήστερικώνστερικώνστερικών
Αιτιατικήστερικούςστερικέςστερικά
Κλητικήστερικοίστερικέςστερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →