στερικός
•
- που αφορά την χωροταξική διάταξη των ατόμων Βικιλεξικό
- που αφορά την απώθηση των ατόμων εξ' αιτίας εγγύτητας ή διάταξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στερικός < αντιδάνειο: αγγλικά steric < στερ(εός) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στερικός | στερική | στερικό |
| Γενική | στερικού | στερικής | στερικού |
| Αιτιατική | στερικό | στερική | στερικό |
| Κλητική | στερικέ | στερική | στερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στερικοί | στερικές | στερικά |
| Γενική | στερικών | στερικών | στερικών |
| Αιτιατική | στερικούς | στερικές | στερικά |
| Κλητική | στερικοί | στερικές | στερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →