Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεφάνη

/steˈfa.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αθλητισμόςαντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι Βικιλεξικό
  2. αστρονομίααντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι Βικιλεξικό
  3. βοτανικήαντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι Βικιλεξικό
  4. γεωμετρίααντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι Βικιλεξικό
  5. οδοντιατρικήαντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι Βικιλεξικό
  6. οδοντιατρικήαντικείμενο που μοιάζει με στεφάνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεφάνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή στεφάνη (γείσο), αρχαία ελληνική (διάδημα) Συγκρίνετε με το στεφάνι. :* για τη βοτανική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική corelle :* για την αστρονομία, γεωμετρία, οδοντιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couronne\ :* για το μπάσκετ < απόδοση για την αγγλική basketball ring

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστεφάνηστεφάνες
Γενικήστεφάνηςστεφανών
Αιτιατικήστεφάνηστεφάνες
Κλητικήστεφάνηστεφάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →