στεφανώνω
•
- φοράω στεφάνι σε κάποιον Βικιλεξικό
- ειδικότεραπαντρεύω Βικιλεξικό
- Τους στεφάνωσα σε μιαν εκκλησιά όξου απ' την Αθήνα. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
- Δεν είχανε όμως δαχτυλίδια και για τούτο, συνέχισε η αδερφή του Καλλίνικου, έδωσε ο κουμπάρος τη δική του βέρα στον γαμπρό. Η νύφη έκανε δική της βέρα, προκειμένου να στεφανωθεί, ένα χρυσό δαχτυλιδάκι που είχε στο δάχτυλό της. Ούτε και κουφέτα είχανε. Βρέθηκε όμως στο μοναστήρι ρύζι και τους ρίξανε μπόλικο για τα καλορίζικα. (Ρέα Γαλανάκη, Αμίλητα, βαθιά νερά: η απαγωγή της Τασούλας : μυθιστορηματικό Χρονικό, εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 194)
Ετυμολογία
στεφανώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στεφανῶ, συνηρημένος τύπος του στεφανόω (περικυκλώνω, τοποθετώ στεφάνι) + -ώνω < στεφάνη :* για το «παντρεύω» < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή στεφανῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στεφανώνω | στεφανώνεις | στεφανώνει | στεφανώνουμε | στεφανώνετε | στεφανώνουν / στεφανώνουνε |
| Παρατατικός | στεφάνωνα | στεφάνωνες | στεφάνωνε | στεφανώναμε | στεφανώνατε | στεφάνωναν / στεφανώναν / στεφανώνανε |
| Αόριστος | στεφάνωσα | στεφάνωσες | στεφάνωσε | στεφανώσαμε | στεφανώσατε | στεφάνωσαν / στεφανώσαν / στεφανώσανε |
| Μέλλοντας | θα στεφανώνω / θα στεφανώσω | θα στεφανώνεις / θα στεφανώσεις | θα στεφανώνει / θα στεφανώσει | θα στεφανώνουμε / θα στεφανώσουμε | θα στεφανώνετε / θα στεφανώσετε | θα στεφανώνουν / θα στεφανώνουνε / θα στεφανώσουν / θα στεφανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω στεφανώσει | έχεις στεφανώσει | έχει στεφανώσει | έχουμε στεφανώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στεφανώσει | είχες στεφανώσει | είχε στεφανώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στεφανώσει / να στεφανώνω / να στεφανώσω | να έχεις στεφανώσει / να στεφανώνεις / να στεφανώσεις | να έχει στεφανώσει / να στεφανώνει / να στεφανώσει | να έχουμε στεφανώσει / να στεφανώνουμε / να στεφανώσουμε | να στεφανώνετε / να στεφανώσετε | να στεφανώνουν / να στεφανώνουνε / να στεφανώσουν / να στεφανώσουνε |
| Προστακτική | — | στεφάνωνε / στεφάνωσε | — | — | στεφανώνετε / στεφανώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
στεφανώθηκαστεφανώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →