στη χάση και στη φέξη
•
- στο χάσιμο και στο γέμισμα του φεγγαριού Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που συμβαίνει κατά αραιά χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
→ δείτε τις λέξεις στη, χάση και φέξη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →