στηθαίο
•
- κατασκευή (τοιχάκι, ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα κ.ά.) που προστατεύει τους περαστικούς και αποτρέπει ατυχήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στηθαίο < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική στῆθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στηθαίο | στηθαία |
| Γενική | στηθαίου | στηθαίων |
| Αιτιατική | στηθαίο | στηθαία |
| Κλητική | στηθαίο | στηθαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →