στηθοκόπημα
•
- οικείοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στηθοκοπιέμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στηθοκόπημα < στηθοκοπιέμαι + -ημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στηθοκόπημα | στηθοκοπήματα |
| Γενική | στηθοκοπήματος | στηθοκοπημάτων |
| Αιτιατική | στηθοκόπημα | στηθοκοπήματα |
| Κλητική | στηθοκόπημα | στηθοκοπήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →