Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κόπτω

/ˈko.pto/ρήμα
•
  1. στα νέα ελληνικάμόνο σε συγγενικά (κόπος) με θέμα κοπ- κοπτ- και του ρήματος Βικιλεξικό
  2. καθαρεύουσακόπτω: κόβω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κόπτω: η αρχαία ελληνική κόπτω. Για το θέμα κοπ- → δείτε τη λέξη κόπος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →