Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στηρικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με στήριξη, αναφέρεται η συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου έχει σχέση με στήριξη, αναφέρεται η συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στηρικτικός < ελληνιστική κοινή στηρικτικός < στηρικτός < αρχαία ελληνική στηρίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστηρικτικόςστηρικτικήστηρικτικό
Γενικήστηρικτικούστηρικτικήςστηρικτικού
Αιτιατικήστηρικτικόστηρικτικήστηρικτικό
Κλητικήστηρικτικέστηρικτικήστηρικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστηρικτικοίστηρικτικέςστηρικτικά
Γενικήστηρικτικώνστηρικτικώνστηρικτικών
Αιτιατικήστηρικτικούςστηρικτικέςστηρικτικά
Κλητικήστηρικτικοίστηρικτικέςστηρικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →