στηρίζω
•
- με διάφορα μέσα και τρόπους στερεώνω κάτι και το κρατώ όρθιο (και ακίνητο) Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποστηρίζω, παρέχω ενίσχυση, βοήθεια, θάρρος κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάβασίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στηρίζω < αρχαία ελληνική στηρίζω < στερεός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ter- (στερεός, σκληρός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | στηρίζω | στηρίζεις | στηρίζει | στηρίζουμε | στηρίζετε | στηρίζουν / στηρίζουνε |
| Παρατατικός | στήριζα | στήριζες | στήριζε | στηρίζαμε | στηρίζατε | στήριζαν / στηρίζαν / στηρίζανε |
| Αόριστος | στήριξα | στήριξες | στήριξε | στηρίξαμε | στηρίξατε | στήριξαν / στηρίξαν / στηρίξανε |
| Μέλλοντας | θα στηρίζω / θα στηρίξω | θα στηρίζεις / θα στηρίξεις | θα στηρίζει / θα στηρίξει | θα στηρίζουμε / θα στηρίξουμε | θα στηρίζετε / θα στηρίξετε | θα στηρίζουν / θα στηρίζουνε / θα στηρίξουν / θα στηρίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω στηρίξει | έχεις στηρίξει | έχει στηρίξει | έχουμε στηρίξει | έχετε στηρίξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα στηρίξει | είχες στηρίξει | είχε στηρίξει | είχαμε στηρίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω στηρίξει / να στηρίζω / να στηρίξω | να έχεις στηρίξει / να στηρίζεις / να στηρίξεις | να έχει στηρίξει / να στηρίζει / να στηρίξει | να έχουμε στηρίξει / να στηρίζουμε / να στηρίξουμε | να έχετε στηρίξει / να στηρίζετε / να στηρίξετε | να στηρίζουν / να στηρίζουνε / να στηρίξουν / να στηρίξουνε |
| Προστακτική | — | στήριζε / στήριξε | — | — | στηρίζετε / στηρίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →