στιβάδα
•
- καθένα από τα στρώματα ύλης με ικανή πυκνότητα και ομοιογένεια Βικιλεξικό
- Σε κάθε στρώση–στιβάδα που εκτυπώνεται, ο εκτυπωτής εναποθέτει τα κατάλληλα βιοϋλικά και τύπους κυττάρων στις θέσεις που έχουν καθοριστεί κατά τη δημιουργία του ψηφιακού αρχείου. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση πολλαπλών κεφαλών στον βιοεκτυπωτή, καθεμία από τις οποίες είναι εφοδιασμένη με ένα βιοϋλικό ή έναν τύπο κυττάρου —κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα διαφορετικά μελάνια ενός συμβατικού εκτυπωτή. Καθώς ο εκτυπωτής εναποθέτει τα υλικά και τα κύτταρα διαδοχικών στρώσεων, αναδημιουργείται η επιθυμητή δομή του ιστού ή του οργάνου που εκτυπώνεται. (Εφημερίδα των Συντακτών, 11.08.2018)
- ανατομίαιστός έμβιου όντος αποτελούμενος από ομοιογενή στοιχεία Βικιλεξικό
- Μικροδερματοαπόξεση: Με τη μέθοδο αυτή θερμαινόμενοι κρύσταλλοι κυρίως αλουμινίου εκτοξεύονται με ταχύτητα στο δέρμα διασπώντας τις επιφανειακές στιβάδες της επιδερμίδας, ενώ ταυτόχρονα αναρροφούνται μαζί με τους κρυστάλλους. (εφ. Ελευθεροτυπία, 02.04.2011)
- Η ελκωτική κολίτιδα* περιορίζεται συνήθως στο παχύ έντερο και προκαλεί φλεγμονές στις επιφανειακές στιβάδες τους εσωτερικού τοιχώματος του εντέρου, ενώ η νόσος του Crohn επηρεάζει επίσης βαθύτερες στιβάδες. (εφ. Καθημερινή, 20.05.2007)
- ((χημεία) φυσική) το επίπεδο όπου βρίσκονται ηλεκτρόνια που είναι συνδεμένα με κάποιον πυρήνα Βικιλεξικό
- Το νάτριο έχει στην εξώτατη στιβάδα ένα ηλεκτρόνιο και το χλώριο έχει στην εξώτατη στιβάδα επτά. Έτσι το νάτριο «δίνει» το μοναδικό ηλεκτρόνιο της εξώτατης στιβάδας του στο χλώριο και απομένει με οκτώ ηλεκτρόνια στην αμέσως κατώτερη στιβάδα, που τώρα έχει γίνει εξώτατη, ενώ παράλληλα φορτίζεται θετικά. Αντίστοιχα το χλώριο «παίρνει» το ηλεκτρόνιο και συμπληρώνει οκτώ ηλεκτρόνια στην εξώτατη στιβάδα του, ενώ παράλληλα φορτίζεται αρνητικά. Τα δύο άτομα έλκονται μεταξύ τους, επειδή είναι ετερώνυμα φορτισμένα, και έτσι δημιουργείται ένα μόριο χλωριούχου νατρίου, που συμβολίζεται ως NaCl. (εφ. Το Βήμα, 25.01.2014)
Ετυμολογία
στιβάδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στιβάς (στρώμα) από την αιτιατική «τήν στιβάδα» < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steyb- / *steib- (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική couche)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στιβάδα | στιβάδες |
| Γενική | στιβάδας | στιβάδων |
| Αιτιατική | στιβάδα | στιβάδες |
| Κλητική | στιβάδα | στιβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →