στικ
•
- προϊόν που κυκλοφορεί σε συσκευασία κυλίνδρου Βικιλεξικό
- αποσμητικό στικ, ενυδατικό στικ χειλιών, κόλλα στικ, διορθωτικό στικ
- ράβδος, επίμηκες λεπτό κομμάτι Βικιλεξικό
- διακοσμητικό στικ βάφτισης, μεταλλικό στικ, τηγανητά στικ μελιτζάνας
- πληροφορικήμεταφερόμενη κάρτα μνήμης χωρίς μηχανικά μέρη για την αποθήκευση υπολογιστικών πληροφοριών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στικ < αγγλική stick
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →