στιλιστικός
•
- που έχει σχέση με το στιλ ή τον στιλίστα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοστιλιστική: η υφολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιλιστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική stylistique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική stylistic < style < λατινική stilus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teyg-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιλιστικός | στιλιστική | στιλιστικό |
| Γενική | στιλιστικού | στιλιστικής | στιλιστικού |
| Αιτιατική | στιλιστικό | στιλιστική | στιλιστικό |
| Κλητική | στιλιστικέ | στιλιστική | στιλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στιλιστικοί | στιλιστικές | στιλιστικά |
| Γενική | στιλιστικών | στιλιστικών | στιλιστικών |
| Αιτιατική | στιλιστικούς | στιλιστικές | στιλιστικά |
| Κλητική | στιλιστικοί | στιλιστικές | στιλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →