Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιλιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το στιλ ή τον στιλίστα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοστιλιστική: η υφολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στιλιστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική stylistique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική stylistic < style < λατινική stilus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)teyg-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιλιστικόςστιλιστικήστιλιστικό
Γενικήστιλιστικούστιλιστικήςστιλιστικού
Αιτιατικήστιλιστικόστιλιστικήστιλιστικό
Κλητικήστιλιστικέστιλιστικήστιλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστιλιστικοίστιλιστικέςστιλιστικά
Γενικήστιλιστικώνστιλιστικώνστιλιστικών
Αιτιατικήστιλιστικούςστιλιστικέςστιλιστικά
Κλητικήστιλιστικοίστιλιστικέςστιλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →