Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το ύφος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υφολογικός < υφολογία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stylistique ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stylistic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυφολογικόςυφολογικήυφολογικό
Γενικήυφολογικούυφολογικήςυφολογικού
Αιτιατικήυφολογικόυφολογικήυφολογικό
Κλητικήυφολογικέυφολογικήυφολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυφολογικοίυφολογικέςυφολογικά
Γενικήυφολογικώνυφολογικώνυφολογικών
Αιτιατικήυφολογικούςυφολογικέςυφολογικά
Κλητικήυφολογικοίυφολογικέςυφολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →