υφολογικός
•
- που έχει σχέση με το ύφος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφολογικός < υφολογία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stylistique ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stylistic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υφολογικός | υφολογική | υφολογικό |
| Γενική | υφολογικού | υφολογικής | υφολογικού |
| Αιτιατική | υφολογικό | υφολογική | υφολογικό |
| Κλητική | υφολογικέ | υφολογική | υφολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υφολογικοί | υφολογικές | υφολογικά |
| Γενική | υφολογικών | υφολογικών | υφολογικών |
| Αιτιατική | υφολογικούς | υφολογικές | υφολογικά |
| Κλητική | υφολογικοί | υφολογικές | υφολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →