Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στιχηρό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βυζαντινή μουσικήτροπάριο του οποίου προηγείται εκφώνηση στίχου (ψαλμού τού Δαβίδ) Βικιλεξικό
    • ..του Ευαγγελίου και των Πράξεων, βασίζεται στην παράδοση, που αποτυπώθηκε στην υμνολογία (στιχηρά του Εσπερινού) και στο Συναξάριο της Αναλήψεως, όπως επίσης και στον Βίο της Παναγίας του ιερομονάχου Επιφανίου. (Εικόνες της Κρητικής τέχνης από τον Χάνδακα ως την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, επιμ. Μανόλης Μπουρμπουδάκης, 2004, σελ. 367)

Ετυμολογία

στιχηρό < μεσαιωνική ελληνική στιχηρόν < ελληνιστική κοινή στιχηρός < αρχαία ελληνική στίχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστιχηρόστιχηρά
Γενικήστιχηρούστιχηρών
Αιτιατικήστιχηρόστιχηρά
Κλητικήστιχηρόστιχηρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →